«Τα πήραμε τα Γιάννενα...»

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Στην έκθεση του γλύπτη Θ. Παπαγιάννη με θέμα «το ψωμί»




Σήμερα το σχολείο μας επισκέφτηκε την έκθεση του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη στο Σουφαρί Σεράι, στο κάστρο των Ιωαννίνων, που έχει ως βασικό θέμα «το ψωμί» και πραγματοποιείται στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Στην έκθεση μάς ξενάγησε ο ίδιος ο δημιουργός ενώ είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του τον τρόπο, τις μεθόδους και τα υλικά που χρησιμοποιεί στα έργα του.




Το 2013 που γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από την Απελευθέρωση τόσο των Ιωαννίνων όσο και της Θεσσαλονίκης, κλήθηκα να συμμετάσχω κι εγώ στον εορτασμό με δύο εκθέσεις, μία στα Γιάννενα στο χώρο των αρχείων του κράτους Σουφαρί Σεράι, χώρο υποβλητικό και μια στη Θεσσαλονίκη στο Τελλόγλειο.
Οι εκθέσεις αυτές είναι συνέχεια των μεγάλων εκθέσεων που έγιναν στην Αθήνα το 2012 στο Μουσείο Μπενάκη και στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.
Δύο εκθέσεις στις οποίες παρουσιάστηκε δουλειά 20 σχεδόν χρόνων που με σημάδεψαν. Αφετηρία ήταν τα κάψιμο του Πολυτεχνείου. Οι εκθέσεις αυτές συνέπεσαν με τη βαθιά οικονομική και όχι μόνο κρίση που μαστίζει τη χώρα μας.
        


Η πρώτη είχε τίτλο «ο χορός»… μα αν ήθελα να βάλω τον πλήρη τίτλο θα έλεγα «ο χορός της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας». Γιατί ο χορός αυτός που τον αποτελούσαν 35 υπερφυσικές τοτεμικές μορφές σε σχήμα χορού ήταν καμωμένες από τα αποκαΐδια του Πολυτεχνείου. Και τι άλλο από τραγωδία είναι το κάψιμο ενός Πνευματικού ιδρύματος τέτοιας σημασίας, ένα από τα σπουδαιότερα νεοκλασικά κτίρια με ιστορία, άντρο της γνώσης και έργο των Ηπειρωτών Εθνικών Ευεργετών; Έζησα εκεί περισσότερα από 45 χρόνια σαν σπουδαστής και δάσκαλος, δεν θα
μπορούσα να μείνω αδιάφορος μπροστά σε ένα τέτοιο γεγονός. Τα έργα αυτά με τα σημάδια της καταστροφής επάνω τους ήταν η δική μου αντίδραση στη βαρβαρότητα που ζούμε.
        
Η έκθεση στο Βυζαντινό Μουσείο είχε θέμα το ψωμί. 

Το ψωμί με τον όποιο συμβολισμό και με ότι σηματοδοτεί η λέξη στην παγκόσμια ιστορία και τον αγώνα του ανθρώπου να το αποκτήσει. Ουσιαστικά η μεγάλη πορεία από 1300 κεραμικές ανθρώπινες φιγούρες που καταλήγουν στο ψωμί δεν είναι τίποτα άλλο από τη βασανισμένη πορεία της ανθρωπότητας για την επιβίωση, ένα πρόβλημα καθαρά υπαρξιακό. Και δες τι σύμπτωση καθώς βαδίζαμε … αμέριμνοι κι επαναπαυμένοι σε μια ψεύτικη ευημερία ήρθε η ώρα να πούμε πάλι το ψωμί ψωμάκι. Ποιος φταίει γι’ αυτή την κατάσταση ας μην το αναλύσουμε. 20 χρόνια ετοίμαζα αυτή τη δουλειά ζώντας έναν αδιόρατο φόβο πως το κακό δεν θα αργήσει. Μάγος δεν είμαι αλλά ούτε καμιά μαντική ικανότητα χρειαζόταν κανείς αν έβλεπε τα σημάδια. Τώρα θα μάθουμε αδερφέ μου, όπως λέει
και ο ποιητής, να κουβεντιάζουμε ήρεμα, ήσυχα κι απλά ή για μια φορά ακόμα θα φαγωθούμε μεταξύ μας. Θα μάθουμε άρα από τα λάθη μας ή θα οδηγηθούμε πάλι σε λάθος συμπεράσματα; Θα κάνουμε κάτι περισσότερο ώστε ο έρμος αυτός τόπος να ορθοποδήσει ή θα τον βουλιάξουμε τελειωτικά; Αυτή είναι η αγωνία μου.
        
Τα 100 χρόνια Απελευθέρωσης, είναι γεγονός πως δεν μας βρίσκουν και στα καλύτερά μας και ο Θεός ας βάλει το χέρι του.

Θεόδωρος Παπαγιάννης
Αθήνα 10/1/2013


 ΤΟ ΨΩΜΙ
    Το ψωμί και η ιερότητα του είναι ένα θέμα που με απασχολεί τα τελευταία χρόνια. Εκλαμβάνω το ψωμί σαν βασική έννοια της ζωής του ανθρώπου με τη διαχρονική του σημασία και με ό,τι σημαίνει για τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, που καθημερινά αγωνίζονται να το αποκτήσουν.

    "Η αρχή του σύμπαντος είναι το ψωμί", θα πει ο Διαγόρας, που μαζί με το κρασί, "επιτρέπει στον άνθρωπο να γίνει πολιτισμένος", θα διαβάσουμε στο έπος του Γκιλγκαμές, μια από τις αρχαιότερες μαρτυρίες του μεσογειακού πολιτισμού. Τον άρτο και τον οίνο, η χριστιανική θρησκεία μετέτρεψε αργότερα σε σώμα και αίμα του Χριστού.

    Η χαρακτηριστική ρήση "τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον" από τη μια και ένα στάχυ από την άλλη, γίνονται δύο όψεις ενός πολύτιμου ορειχάλκινου μεταλλείου, που διαπερνά και στολίζει τα έργα μου.

    Η ιερότητα του ψωμιού υποδηλώνεται με το μαύρο στολισμένο πανί, που στρώνεται στο έδαφος και τον χορό των μορφών που αναπτύσσεται τριγύρω, συμβολίζοντας θεότητες ή υπερφυσικές προστατευτικές δυνάμεις, αλλά και ξόρκια ή και σκιάχτρα που συχνά στήνονται στα χωράφια, για να προστατέψουν τη σοδειά.

    Για κάποιους από μας, που γεννηθήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του '40, μέσα στην πείνα το ψωμί έχει προσλάβει ιερό χαρακτήρα. Είναι συνυφασμένο με την επιβίωση μας. Μικροί, θυμάμαι, ορκιζόμασταν στο ψωμί. "Μα το ψωμάκι", λέγαμε και κάναμε το σταυρό μας, για να μας πιστέψει ο άλλος κι ήταν αυτός ο μεγαλύτερός μας όρκος.
Κι όταν ένα κομματάκι περίσσευε ή μας έπεφτε στο χώμα, το παίρναμε, το φιλούσαμε και το βάζαμε σε μια τρυπούλα του τοίχου, μην τύχει και πατηθεί, κι ήταν αυτό μεγάλη αμαρτία.

    Έτσι δίδασκε η γιαγιά και η μάνα, γιατί είχαν κι αυτές πολύ πεινάσει στη ζωή τους. Το ψωμί, έτσι κι αλλιώς, έβγαινε δύσκολα εκείνες τις εποχές και με πολύ αγώνα. Το φάσμα της πείνας ήταν αυτό που τρόμαζε περισσότερο.
Από τότε κύλησαν χρόνοι πολλοί. Χορτάσαμε το ψωμί, κι αρχίσαμε τις δίαιτες!... Άντε τώρα να πιστέψεις τους πεινασμένους...Τι κι αν αυτοί συχνά πυκνά κάνουν την εμφάνιση τους μπουλούκια στις οθόνες μας και μας κοιτούν μ' αγριεμένα μάτια από την πείνα, εμείς κάνουμε ζάπινγκ και αλλάζουμε κανάλι. Οι λαμπεροί σταρ, η γκλαμουριά, καθώς λένε, όλ' αυτά τα φανταχτερά φυτά και οι γλάστρες δίπλα τους που χαριεντίζονται, είναι ανώδυνο θέαμα, χωνεύεται
καλύτερα...

    Πώς ν' αντιμετωπίσεις άλλωστε τα πεινασμένα μάτια;

Θ. Παπαγιάννης

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

"Γράμματα από το μέτωπο 1912 - '13" και "Γκρίχου" από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων


Η Πειραματική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΙ για δυο μόνο παραστάσεις, την Πέμπτη 28 και την Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013, με ώρα έναρξης 8.30’ το βράδυ, στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου (πρώην «σουφαρί –σεράι»).  
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.
_________________________________________________

Η δεύτερη φετινή του θεατρική παραγωγή έρχεται από την Πειραματική Σκηνή του Θεάτρου και παρουσιάζει μια ιδιαίτερα πρωτότυπη παράσταση, μια παραγωγή αφιέρωμα – συμμετοχή του ΔΗΠΕΘΕ στα εκατοστά «Ελευθέρια» της πόλης..
Πρόκειται για μια εκδήλωση όπου συμπρωταγωνιστούν τα γλυπτά-φαντάσματα του Θόδωρου Παπαγιάννη και τα ηπειρώτικα ακούσματα του Κώστα Βέρδη, της Μαριάννας Τζήμα και της παρέας τους.
Θα δοθούν δυο παραστάσεις την Πέμπτη 28 και την Παρασκευή 29 Μαρτίου, ώρα 8.30 μ.μ., στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου (πρώην σουφαρί – σεράι) με ελεύθερη για το κοινό είσοδο. Ως συνδιοργανωτές παρουσίασης των παραστάσεων συμμετέχουν εκτός από το ΔΗΠΕΘΕ το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών και το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου.
Συντελεστές της παράστασης είναι:
- Καλλιτεχνική επιμέλεια και συντονισμός: Δημήτρης Πετρόπουλος,
- Μουσική: Κώστας Βέρδης,
- Φωνητικά: Μαριάννα Τζήμα,
- Φωτισμοί: Δημήτρης Πετρόπουλος, Βαγγέλης Νέτης
Το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων ευχαριστεί θερμά όλους όσους ανιδιοτελώς βοήθησαν στην οργάνωση και την υλοποίηση της θεατρικής αυτής παραγωγής και ιδιαίτερα τους/τις κ.κ.: Δημήτρη Πετρόπουλο, Θόδωρο Παπαγιάννη, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Μάρθα Παπαδοπούλου και το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών, Μαριάννα Τζήμα, τους χορηγούς επικοινωνίας, καθώς και το «mostra graphic arts» που βοήθησε στη φωτογραφική σύνθεση της αφίσας.

H παράσταση περιλαμβάνει δύο μέρη.
Στο πρώτο μέρος της θα παρουσιαστούν τα «Γράμματα από το μέτωπο 1912-13».
Πρόκειται για συγκλονιστικές μαρτυρίες, από τους αληθινούς πρωταγωνιστές του πολέμου, τις οποίες αφηγείται ο Μιχάλης Μπίζιος με τη συνοδεία μαθητών του 1ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Ιωαννίνων.

«Αλλ΄εκείνο το οποίον συνεκλόνισε σύρριζα την ψυχήν μου και εκύλισεν άφθονα τα δάκρυα ήτο η αδύνατη αλλά διαπεραστική φωνή ενδεκαετούς παιδιού ζητωκραυγάζοντος υπέρ του Ελληνισμού. Ακόμη αντηχεί εις την ακοήν μου το ηχηρόν εκείνο κύμα της παιδικής ζητωκραυγής. Επροχωρήσαμεν προς το χωρίον, τα Πεστά, αλλ΄εκρατούσα σφικτά από το χέρι το Ηπειρωτάκι εκείνο, το οποίον μέσα εις την πλημμύραν εκείνην των συγκινήσεων πόσα και πόσα δεν εσυμβόλιζε εις την φαντασίαν μου. Όταν τα όνειρα ενσαρκούνται εις την απτήν πραγματικότητα προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού μετατοπίζεται καθαυτό η ψυχή» καταθέτει ο Κύπριος εθελοντής Γιάγκος Τορναρίτης, πολεμιστής στο μέτωπο Ηπείρου εκείνον το χειμώνα του 1912-13.

Στο Δεύτερο μέρος της παράστασης και σε πρώτη πανελλήνια θεατρική παρουσίαση, θα παρουσιαστεί το έργο του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκρίχου» από τον Δημήτρη Πετρόπουλο. Γκρίχου θα πει… ύψωσε το ανάστημά σου, αναστήσου, εξεγέρσου.
Ανάστηθι, Κύριε, εν οργή σου,
Υψώθητι εν τοις πέρασι των εχθρών σου.
Εξεγέρθητι, Κύριε ο Θεός μου, εν προστάγματι, ω ενετείλω
(Ψαλμοί Δαυίδ, Ζ΄,7)

«Η γραφή του 28χρονου Παπαμάρκου ρέει με άνεση που σπάνια συναντά κανείς σε συγγραφείς της ηλικίας του, είναι απελευθερωμένη από κάθε είδους φτιασίδωμα, είναι άμεση και σκληρή» σχολιάζει ο blogger «Don’t ever read me».

«Βάλε να φάω, βάλε να πιω, κι έτσι ν’ αναθυμήσω
πώς κάμουνε οι βλάμηδες κι οι ξυπνητοί άνθρωπου.
Γιατί αδελφός του ξάπλωσα, μ’ αναγυρίζω ίσκιος».

Ένα σχόλιο από τον Δημήτρη Πετρόπουλο:
«Αυτός ο λαός δεν προσκυνάει κανέναν παρά μόνο τους νεκρούς του» λέει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. «Ουκ είθισται τοις Έλλησι προσκυνέειν».

Εμείς ήρθαμε εδώ για ν’ ανταμώσουμε με τους νεκρούς μας. Χωρίς φόβο. Χωρίς μελαγχολία. Ν΄ ακούσουμε τι έχουν να μας πουν, να πούμε τα δικά μας, να θυμηθούμε τα παλιά, να οργανώσουμε το μέλλον. Χωρίς τη μνήμη, αύριο δεν υπάρχει. Ούτε αλήθεια. Μονάχα ερημιά. Απέραντη.

Στο εικαστικό περιβάλλον του Ηπειρώτη γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη, παρέα με «τα φαντάσματά του» όπως τα αποκαλεί ό ίδιος, που προκαλούν συγκινησιακές δονήσεις ισχυρές, ενσωματώνουμε τα Ηπειρώτικα ακούσματα του Κώστα Βέρδη, της Μαριάννας Τζήμα και της παρέας τους, τη δύναμη του λόγου του Δημοσθένη Παπαμάρκου και το δροσάτο προανάκρουσμα του μέλλοντος από το στόμα μαθητών του 1ου Πειραματικού Δημοτικού σχολείου Ιωαννίνων, για να αναβιώσουμε ένα αντάμωμα με τους νεκρούς μας. Αντάμωμα ψυχών. Λυτρωτικό. Αντάμωμα αφιερωμένο στη μνήμη του άγνωστου στρατιώτη και στη μάνα μου. Το χωριό της, τα Πεστά, ήταν ο τελευταίος ελληνικός προμαχώνας πριν από το Μπιζάνι («Στα Πεστά και στο Μπιζάνι, μάνα μου, τι κρύο κάνει»).

Η Πειραματική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΙ για δυο μόνο παραστάσεις, την Πέμπτη 28 και την Παρασκευή 29 Μαρτίου με ώρα έναρξης 8.30’ το βράδυ, στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου (πρώην «σουφαρί –σεράι»). Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Χορηγοί επικοινωνίας: Δημοτικό Ραδιόφωνο, ΕΡΑ ραδιοφωνικός σταθμός Ιωαννίνων. Μια ακόμη θεατρική παραγωγή με τη σφραγίδα του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, 98η στη σειρά από την αρχή της λειτουργίας του Θεάτρου.

Πηγή: epirusinfo.com

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

21 Φεβρουαρίου 1913 - « Τα Γιάννενα ἦταν πιὰ ἐλεύτερα! »




21η ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913*  -  Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
[της φιλολόγου Φασούλη-Τσαμπαλᾶ Κωνσταντίνας]





«Σ’ ὅλο τὸν κόσμο ξαστεριὰ
Σ’ ὅλο τὸν κόσμο ἥλιος
Καὶ στὰ  καημένα Γιάννενα
Μαῦρο βαθὺ σκοτάδι».

  Μαῦρο βαθὺ σκοτάδι  σκέπασε τὰ Γιάννενα ἐπί πέντε  ὁλόκληρους αἰῶνες, ἀπό τις 9 Ὀκτωβρίου  τοῦ 1430, ἀπὸ τότε δηλαδὴ ποὺ ὁ Τοῦρκος  κατακτητὴς εἰσῆλθε στὴν πόλη καὶ  ἐξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν περιοχή.

  Ὅμως  ἀπὸ  τὴ στιγμὴ ποὺ ἔπεσε ἡ Βυζαντινὴ  Αὐτοκρατορία, κανένας δὲν πίστεψε πὼς ὅλα ἀνῆκαν στὸ πυρωμένο ἀπὸ  τὴ βία τοῦ τυράννου παρόν. Ὅλοι νωρὶς συνειδητοποίησαν τὴ διάρκεια τῆς φυλῆς κι ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ στὰ ἰδανικά, τοὺς γέννησαν τὴν ἐλπίδα πὼς «πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά μας θἆναι».

  Ὁ κατακτητὴς βέβαια ἦταν σκληρὸς καὶ ἀδυσώπητος. Ἔσφαζε, τυραννοῦσε, ἅρπαζε τὰ παλληκαρόπουλα γιὰ νὰ τὰ κάνει Γενίτσαρους, ἐχθροὺς τοῦ ἔθνους καὶ τῆς πίστης. Μὰ οἱ Ἕλληνες κρατοῦσαν κι οἱ Γιαννιῶτες κρατοῦσαν. Κάποτε μάλιστα σήκωναν ἀποφασιστικὰ τὸ κεφάλι, ὅπως τὸ 1611 μὲ τὸν Διονύσιο Φιλόσοφο, γιὰ ν’ ἀποτινάξουν τὸ ζυγό, νὰ διώξουν τὸν κατακτητή. Χωρὶς ἀποτέλεσμα βέβαια. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τότε τὸ πλήρωσαν ἀκριβά. Διώχτηκαν μέσα ἀπὸ τὸ κάστρο, ὅπου κατοικοῦσαν, καὶ πετάχτηκαν ἔξω ἀπροστάτευτοι κι ἐκτεθειμένοι στὶς ἄγριες διαθέσεις τῶν Τούρκων. Κι ὅμως δὲν λύγισαν.

  Ἄρχισαν μιᾶς ἄλλης μορφῆς ἀγώνα. Ἀγώνα τοῦ  πνεύματος. Στὰ πιὸ σκοτεινὰ χρόνια τῆς  πορείας τοῦ ἔθνους στὰ Γιάννενα καλλιεργήθηκαν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα ἀπὸ σοφοὺς διδασκάλους καὶ λειτούργησαν ἀξιόλογες σχολές, ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ θεμέλιο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὸν σημαιοφόρο γιὰ τὴν ἐθνικὴ ἐπανάσταση. Ἀναπτύχθηκε τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ τέχνη· διασώθηκε ἡ παράδοση.

  Ἔτσι  ὁ ζυγός τῆς  δουλείας ἔγινε  ἐλαφρύτερος καὶ σιγά-σιγὰ τὰ Γιάννενα ὅσο οἱ αἰῶνες κυλοῦσαν ἔγιναν ἡ  πατρίδα ὅλων ἐκείνων ποὺ πίστευαν στὸ ὑπέρτατο ἀγαθὸ τῆς  ἐλευθερίας, τῆς  πνευματικῆς ἐλευθερίας.

  Κι  ὅταν ξημέρωσε ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα  τῆς 25ης Μαρτίου 1821 κι ὅλη ἡ Ἑλλαδα ξεσηκώθηκε γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ, ἀναπτερώθηκαν κι οἱ ἐλπίδες τῶν Γιαννιωτῶν. Ὅμως, ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο ἑλληνισμὸ καὶ χωρὶς ἐνισχύσεις, ἔχοντας πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι τους τὸ φοβερὸ Ἀλή-πασὰ ὡς τὸ 1822, ὅταν ὁ σουλτανικὸς στρατὸς τὸν ἐξουδετέρωσε, τὰ Γιάννενα δὲν ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸ φῶς τῆς λευτεριᾶς.

  Τὰ  σύνορα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους  μετὰ τὴν ἐπανάσταση σταμάτησαν στὴν Ἄρτα καὶ ἡ υπόλοιπη Ἤπειρος εξακολούθησε νὰ εἶναι τούρκικη.

  Γιὰ τὴν  Ἤπειρο ἡ μεγάλη ὥρα ἔφτασε στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1912, ἀρχὴ τῶν βαλκανικῶν πολέμων, ὅταν στὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα τῆς Ἄρτας ἔπεσε ἡ πρώτη κανονιὰ καὶ ἀκούστηκε μὲ δωρικὴ λιτότητα ἡ διαταγὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς στρατιᾶς ποὺ προορίζονταν γιὰ τὴν Ἤπειρο, στρατηγοῦ Σαπουντζάκη:

  -Εἰσβάλατε διὰ τῆς γεφύρας τῆς Ἄρτης εἰς τὸ ἠπειρωτικὸν ἔδαφος.

  «Ἐμπρὸς καὶ στὰ Γιάννενα, ἀκούεται μιὰ  κραυγὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ποὺ καμαρώνει  τοὺς εὐζώνους καὶ δακρύζει εἰς τὸ πέρασμά των, σείεται ἀπὸ τὴν  ἐπανάληψιν τῆς  ὡραίας καὶ συγκινητικῆς εὐχῆς…», γράφει ἱστορικὸς τῆς  ἐποχῆς.

  Ἔτσι  ἄρχισε ἐκείνη ἡ ἐποποιία τοῦ 1912-13. Πολεμοῦσε  ὁλάκερη ἡ φυλή. Τὶς τάξεις τοῦ  στρατοῦ πύκνωναν ἐθελοντικὲς ὁμάδες ἀπ’ τὸν ὑπόδουλο ἑλληνισμὸ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ κάθε ἄκρη τῆς γῆς. Ὅλοι πολεμοῦσαν γιὰ τ’ ἀναλλοίωτα καὶ ἀπαράγραπτα δίκαια τοῦ ἔθνους καὶ ἡ ἱερὴ τοῦ Γένους παράδοση συνεχιζόταν.

  «Ἡ  μισὴ Αἴγυπτος ἦταν σκορπισμένη στὴν Ἤπειρο», ἀναφέρει ἡ ζωγράφος- λογία  Φλωρά-Καραβία.

  Ἁπὸ τὴν  Ἀμερικὴ ἔφτασαν οἱ νέοι Ἱερολοχίτες  πού, προσκολλημένοι στὸ ἀνεξάρτητο Σύνταγμα Κρητῶν, πρόσφεραν τὸν ἑαυτό τους θυσία στὸν ἀδυσώπητο θεὸ τοῦ πολέμου γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἠπείρου.

  Καὶ πῶς  νὰ παραλείψουμε τὸν γλυκὺ καὶ εὐγενῆ κερκυραῖο ποιητὴ Λορέντζο Μαβίλη πού, ξεψυχώντας στὴ λυσσαλέα μάχη τοῦ  Δρίσκου, πρόφερε τὴν ὑπέροχη φράση: «Δὲν τὴν ἤλπιζα τέτοια τιμή, νὰ δώσω τὴ ζωή μου γιὰ τὴν Ἑλλάδα».

  Ὅσο ὅμως πρόθυμη καὶ ἂν ἦταν ἡ προσέλευση τῶν  ἐθελοντῶν ποὺ προστέθηκαν  στὶς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἡ δύναμη τοῦ ἀντιπάλου, ὅπως πάντα ἄλλωστε στοὺς ἀγῶνες τῶν  Ἑλλήνων, ἦταν σαφώς ἀνώτερη. Καὶ ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Τούρκων συμπληρωνόταν μὲ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα ποὺ εἶχαν ὑψώσει οἱ κατακτητὲς γύρω ἀπ’ τὰ Γιάννενα μὲ πρῶτο καὶ σημαντικότερο τὸ ἀπόρθητο ὀχυρὸ τοῦ Μπιζανίου, τοῦ ὁποίου τὰ σχέδια ἔθεσε ὁ Γερμανὸς στρατάρχης Γκὸλτς ἀπὸ τὸ 1909. Τὰ ὀχυρὰ αὐτὰ ἦταν σὲ τέτοια θέση ὥστε νὰ ἐλέγχουν ὅλα τὰ Γιάννενα ἀλλὰ καὶ τὸν δρόμο πρὸς τὴν Πρέβεζα, μοναδικὴ ἔξοδο τῶν Ἰωαννίνων πρὸς τὴ Νότια Ἑλλάδα.

  Κι  ὅσο ὁ καιρὸς περνοῦσε κι ἦταν φανερὸ πλέον πὼς ἦταν κοντὰ ἡ τελικὴ ἀναμέτρηση τῆς   ἑτοιμόρροπης ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τοὺς ὑπόδουλους ἀκόμα  σ’ αὐτὴν βαλκανικοὺς λαοὺς τόσο καὶ ὁ κλοιὸς ἄρχισε νὰ σφίγγει  γύρω ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Οἱ Τούρκοι  ὁλοκλήρωσαν περιμετρικὰ τὴν ὀχύρωση. Τὰ Γιάννενα ἀποκλεισμένα ἀπὸ παντοῦ. Πῶς θὰ μπορέσει νὰ εἰσχωρήσει ὁ ἑλληνικὸς στρατός;

  Στὸν κεντρικὸ δρόμο ἀπὸ Πρέβεζα γιὰ Γιάννενα ὁ στρατός μας βρίσκεται καθηλωμένος πολὺν καιρό. Χιόνια, κρύο, βροχές…

  «Στὰ  Πεστὰ καὶ στὸ Μπιζάνι, Μάνα μου τί κρύο κάνει.»

  Τὰ  ἐχθρικά λοιπὸν πυροβόλα βάλλουν ἀλύπητα καὶ τὸ Μπιζάνι παραμένει ἀπόρθητο.

  Στὶς 10 Ἰανουαρίου, ὅταν ὁ νέος ἀρχηγός  τῶν  ἐπιχειρήσεων, διάδοχος Κωνσταντῖνος ἔφτασε στὸ μέτωπο ὁ ἀγώνας πῆρε μίαν ἄλλη ἔκφραση. Ἀπ’ τὸ Χάνι τοῦ Ἐμίν-Ἀγὰ ὅπου εἶχε τὸ στρατηγεῖο του ἔστειλε μήνυμα στὸν συμμαθητή του στὴν Ἀκαδημία τοῦ Βερολίνου, Ἐσσὰτ πασᾶ, νὰ τοῦ παραδώσει τὴν πόλη.

  «Ἔχω  διαταγὴ νὰ ἀμυνθῶ ὅσο δύναμαι, καὶ θὰ ἀμυνθῶ»: ἀπήντησεν ἐκεῖνος.

  Ἔτσι  ὁ ἀγώνας συνεχίστηκε. Τὸ ἀδύνατο  τῆς  κατάληψης τοῦ Μπιζανίου ὁδηγεῖ τὸ ἐπιτελεῖο στὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιτεθεῖ ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ τοῦ μετώπου, δηλαδὴ ἀπὸ Μανωλιάσα καὶ περιοχὴ Δωδώνης. Ἐνισχύεται τὸ δεξιὸ μὲ πυροβολικὸ γιὰ παραπλάνηση τοῦ ἐχθροῦ καὶ στὸ ἀριστερὸ μεταφέρονται νύχτα στρατεύματα.

  Ἡ κατάστρωση τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἀποδίδεται στὸν Ἰωάννη Μεταξὰ καὶ στὴν ἐκτέλεσή του ἀποφασιστικὴ ὑπῆρξε ἡ βοήθεια  τοῦ Νικολάκη ἐφέντη, γενναίου Ἕλληνα, ὑπασπιστῆ τοῦ Βεχήτ-μπέη, μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ ἔδινε γιὰ τὶς κινήσεις τῶν Τούρκων.

  Ἀπὸ τὴ χαραυγὴ τῆς  19ης  Φεβρουαρίου ἄρχισε ὁ σφοδρὸς βομβαρδισμὸς τοῦ Μπιζανίου καὶ Καστρίτσας καὶ στὶς 20 Φεβρουαρίου κυριεύονται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατὸ τὰ περισσότερα ὀχυρά, ἐνῷ γιὰ πρώτη φορὰ ἀπ’ τὸν ψηλότερο αὐχένα τῆς Ὀλύτσικας ἠχοῦν αἰφνιδιαστικὰ τὰ πυρὰ τῶν δύο ὀρειβατικῶν πυροβόλων ποὺ ὅλη τὴ νύχτα τ’ ἀνέβασαν γυναῖκες τῶν γύρω χωριῶν.

  Τὰ  τουρκικὰ στρατεύματα μπροστὰ στὴν ὁρμὴ τοῦ στρατοῦ μας ἔφευγαν  φοβισμένα γιὰ τὰ Γιάννενα. Μαζί τους παρέσυραν καὶ τοὺς ἄντρες τοῦ  Ἐσὰτ πασᾶ, ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἄϊ Γιάννη (σημερινὴ Ἀνατολή). Ἐκεῖ ἔφτασαν ἄντρες τῆς 2ης  ἑλληνικῆς φάλαγγας ὅπου κατέλαβαν τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο πυροβολικοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὰ τηλεφωνικὰ καλώδια Ἰωαννίνων-Μπιζανίου.

  Σ’  αὐτὲς τὶς ἐνέργειες πρωταγωνιστοῦν ὁ ἥρωας Βελισσαρίου μὲ τὸν  ταγματάρχη Ἰατρίδη.

  Τὸ  βράδυ τῆς  20ης  Φεβρουαρίου τὰ ὑπόλοιπα εὐζωνικὰ τάγματα βρισκονται ἔξω  ἀπὸ τὰ Γιάννενα στὸ χωριὸ Ραψιστά. Τὰ Γιάννενα ζοῦσαν τὴ στερνὴ νύχτα τῆς σκλαβιᾶς τους. Οἱ τελευταῖες ἀναλαμπές της, φώτιζαν τρομακτικὰ ἐρείπια. Βουνὰ ὀργωμένα ἀπ’ τὰ κανόνια. Χώματα ποτισμένα, βαμμένα στὸ κόκκινο. Κάμποι ματωμένοι. Ὅλα βουτηγμένα στὸ αἷμα. Χιλιάδες κοράκια πετοῦν, σωροὶ τὰ πτώματα. Στὶς χαράδρες, στοὺς λόφους, στοὺς κάμπους περπατᾶ ἡ φρίκη. Στὴν πολιτεία περπατᾶ ἡ ἐρήμωση.

  Στὶς  πέτρινες πλατεῖες καὶ στὰ καλντερίμια  ἠχοῦν τὰ γοργὰ βήματα τῶν τυράννων. Κινοῦνται σπασμωδικά. Νιώθουν τὴ μοιραία στιγμή. Εἶναι ἡ τελευταία τους νύχτα. Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια…  ἀπό πεντε αἰῶνες…

  Κατὰ  τὶς δύο, ξημερωνοντας ἡ 21η Φεβρουαρίου 1913, ἐπιτροπὴ ἀπὸ δύο Τούρκους ἀξιωματικοὺς μὲ τον επίσκοπο Δωδώνης ποὺ τοὺς συνοδεύει ὁ Βελισσαρίου, μεταφέρουν στὸ ἑλληνικὸ στρατηγεῖο τοῦ Ἐμὶν ἀγὰ ἐπιστολὴ τῶν προξένων Ἰωαννίνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν κατὰ παράκληση τοῦ ἀρχιστρατήγου Ἐσὰτ πασᾶ τὴ σύναψη ἀνακωχῆς.

  Ὁ Ἕλληνας  ἀρχιστράτηγος Κωνσταντῖνος ζητᾶ τὴν  παράδοση τῆς  πόλης ἄνευ ὅρων. Ἡ  συμφωνία ὑπογράφεται στὶς τέσσερις  τὸ πρωί. Ἦταν ἡ μεγάλη ὥρα.

  Ἡ παράδοση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ  ἡ πτώση τῶν  ὀχυρῶν ἦταν πράξη  δικαιοσύνης καὶ ὄχι ὑλικῆς ὑπεροπλίας. Ἦταν τὸ ἠθικὸ αἴτημα τῶν  αἰώνων.

  Ἔτσι  ξημέρωσε ἡ ἁγιασμένη μέρα τῆς 21ης Φεβρουαρίου ποὺ στάθηκε ὁ σταθμὸς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς νεώτερης ἱστορίας τοῦ ἠπειρωτικοῦ χώρου.

  Ἡ πολιτεία τινάχτηκε λεύτερη μὲ θεϊκὴ ὀμορφιά! Ὁ ελληνικός στρατὸς εἰσέρχεται μὲ τὸν διάδοχο Κωνσταντῖνο καὶ  τὸν πρωτεργάτη τῆς  ἀπελευθέρωσης  στρατηγὸ Βελισσαρίου, θριαμβευτὴς  στὰ Γιάννενα.

  Πάνω  τους κυμάτιζαν οἱ γαλανόλευκες ποὺ  ξεδιπλώθηκαν ἀπ’ τὰ μπαούλα ὅπου ἦταν κρυμμένες χρόνια ὁλόκληρα. Οἱ ἀναστάσιμες καμπάνες ἠχοῦσαν μελωδικά. Ἀπ’ τὸ Μιτσικέλι, τὸ Δρίσκο καὶ τὴν Ὀλύτσικα τὸ ἀγέρι μυρωδικὸ καὶ δροσερὸ ἔφερνε στοὺς εὐεργέτες καὶ στοὺς διδασκάλους τοῦ Γένους τὸ χαρούμενο μήνυμα πὼς ὁ σπόρος τους καρποφόρησε.

  Τα  Γιάννενα ἦταν πιὰ ἐλεύτερα!



*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Θ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2012


Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Οδός Νικολάκη Εφέντη ή Ν. Παπαδοπούλου;


Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: e Γιάννινα ~
"Μια άλλη ματιά στη πόλη των θρύλων και των παραδόσεων"


Του Κώστα Φωτόπουλου


Βρίσκεται γειτονιά με τις κατοικίες αξιωματικών και σχηματίζει το τρίγωνο μαζί με τους δρόμους Μάρκου Μπότσαρη και Παπάζογλου.
Φέρει τον απλό τίτλο: οδός Ν. Παπαδοπούλου, που δε λέει τίποτα, αντί του πραγματικού Νικολάου Μιζαντζή, ή Μιζαντζόγλου υπολοχαγού του Τουρκικού Στρατού, ο οποίος ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, στο Επιτελείο του Συνταγματάρχου Βεχήπ αδελφού του Εσάτ Πασιά.

Ο ανωτέρω, κατά την πολιορκία ταυ Μπιζανίου τροφοδοτούσε ,κατά την Ελευθ. Ι. Νικολαΐδου («Η Απελευθέρωσις των Ιωαννίνων», 1975, σ. 26, εκδ. Ε.Η.Μ.), το Ελληνικό Στρατηγείο με πληροφορίες σπουδαιότατης σημασίας. Το πιο σημαντικό στοιχείο, πού πρόσφερε ήταν η σχεδίαση του Χάρτη τού Μπιζανίου με τα πυροβόλα και τις δυνάμεις που υπεράσπιζαν το οχυρό.
Συγκεκριμένα: υπήρχε πυροβολείο των Τούρκων αθέατο και απυρόβλητο, που με τα δραστικά πυρά του «πολλάς ιφθίμου ψυχάς Αχαιών Άιδι προΐαψεν».
Είχε πάρει το όνομα «Σκύλλα» (ή Σκυλί), σαν ο «Κέρβερος» του Άδου των Αρχαίων.
Τους χάρτες αυτούς τους σχεδίασε στο Γραφείο του Ίω. Λάππα υπεύθυνου και των πληροφοριών και της κατασκοπείας (είχε την ιδιότητα του Γραμματέως και Διερμηνέως του Γαλλικού Προξενείου), σε δύο νύχτες.
Οι χάρτες τοποθετήθηκαν μέσα στο σαμάρι τού γαϊδουριού του μεταφορέως Δημητρίου Γραβάνη δασκάλου, από τη Σαντοβίτσα (τώρα Μάρμαρα) και μεταφέρθηκαν στις προφυλακές του Μικτού Τάγματος Αντ/ρχου Μαλάμου στους Μπαουσούς.
(Βλ. λεπτομέρειες «Το αρχείο Ιωάννου Λάππα και Αντιγόνης Γ. Τζαβέλα (1912—1913) και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων»,   Γιάννινα 1975, εκδ. Ε.Η.Μ.).
Δυστυχώς όμως η δράση αυτή του λαμπρού υπολοχαγού Νικολάκη Μιζαντζή, κατ’ ακριβείς πληροφορίες του γιατρού Βασίλη Λάππα, γιου του Ιωάννου Λάππα και συνεπώς δυναμένου να γνωρίζει επακριβώς όλα τα προαναφερόμενα, από ακριτομύθια δημοσιεύτηκε σε Αθηναϊκή εφημερίδα, την «Πατρίδα», το γεγονός, κι’ όταν μετά το πέρας του πολέμου γύρισε στην πατρίδα του, συνελήφθη και πέρασε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε σε θάνατο, και γδάρθηκε ζωντανός, όπως αναφέρεται.
Άλλα και η οικογένεια του δεν γλύτωσε από τη μανία των Τούρκων, εξοντώθηκε στη Μ. Ασία.
Χρέος λοιπόν ιερό έχει ο Δήμος Ιωαννιτών, τιμώντας τη μνήμη του έξοχου αυτού πατριώτου, να επαναφέρει τό ταχύτερο την απολύτως ορθή ονομασία: Νικολάου Μιζαντζή, Λοχαγού Μηχανικού (του Τουρκικού Στράτου), όπως ρητά με διαβεβαίωσε ο προαναφερόμενος γιατρός Βασίλειος Λάππας, τέλειος γνώστης των προμνησθέντων πραγμάτων, αλλά και από επιστολήν, που του απεστάλη εκ θεσσαλονίκης της Σοφίας Μανούκα, Κλεάνθους 21 Θεσσαλονίκη, το γένος Μιζαντζή, μαρτυρούσαν την ταυτότητα του συγγενούς της (ανεψιού) Νικολάου Μιζαντζή.

 Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Κώστα Φωτόπουλου «Τα Γιάννινα»