«Τα πήραμε τα Γιάννενα...»

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

1

2

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

«Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο» - παρουσίαση βιβλίου στο Γυμνάσιο Σταυρακίου


Το Γυμνάσιο Σταυρακίου σε συνεργασία με το Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου, εκδίδουν από κοινού, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα ελευθερίας της Ηπείρου, ένα επετειακό-ιστορικό βιβλίο με τίτλο: «Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο». 

Στο βιβλίο αυτό ο εθελοντής Ηπειρομάχος Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης με την  «Περί Ηπείρου» διάλεξή του, την οποία εκφώνησε σε εκδήλωση στη Χίο ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, υμνεί την Ήπειρο και τους Ηπειρώτες και όπως λέει ο ίδιος: «Σκοπός τής παρούσης διαλέξεως είνε να θέσω ενώπιόν σας τα περί της χώρας, την ιστορίαν και τα περί της ανωμαλωτάτης καταστάσεως ήτις εγεννήθη εν χώρα Ελληνική εκ της συμφεροντολογίας και αδιαφορίας τών κρατών τής Ευρώπης.  Θα σας είπω δηλαδή ολίγα περί Ηπείρου».

Το σπάνιο αυτό ιστορικό υλικό πρόσφερε ο φιλόλογος καθηγητής από τη Χίο, κος Λεωνίδας Πυργάρης, ο οποίος είχε την επιμέλεια και τον σχολιασμό των κειμένων.

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει σε εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Γυμνασίου Σταυρακίου την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 7:00 το απόγευμα. Στην εκδήλωση, μετά την παρουσίαση, θα χορέψουν παραδοσιακούς χορούς μαθητές και μαθήτριες από τα δύο συνεργαζόμενα σχολεία. 










Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΣΟΥΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΝ


   Μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν ποὺ ἐπολέμησαν μὲ τόσον ἡρωϊσμὸν διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Μπιζανίου τὸ 1913 ἦτο εἷς μικρὸς 13 - 14 ἐτῶν, μὲ ροῦχα βοσκοῦ, ἀσκεπής. Τὸν εἶχον εὓρει κατὰ τὴν νυκτερινὴν πορείαν εἰς τὸν δρόμον τῆς Μανωλιάσας καθισμένον ἐπάνω εἰς μίαν πέτραν. Ἐφαίνετο, ὅτι κάποιον ἐπερίμενε.
—Ποῖον περιμένεις; τὸν ἠρώτησεν ὁ λοχαγός.
—Τοὺς Ἕλληνας.
—Ἡμεῖς εἴμεθα. Τί θέλεις;
—Νὰ πολεμήσω τοὺς Τούρκους. Εἶμαι Σουλιωτόπουλο.
—Δὲν ἔχεις οἰκογένειαν;
—Ὄχι. Τὴν οἰκογένειάν μου τὴν ἐσκότωσαν οἱ Ἁρβανίτες, τὸ σπίτι μου τὸ ἔκαψαν οἱ Τοῦρκοι. Τὰ πρόβατά μου τὰ πῆραν καὶ τὰ ἔσφαξαν. Ἔφυγα κρυφὰ καὶ ἦλθα νὰ πολεμήσω, ἀπήντησε μὲ ἀπίστευτον θάρρος.
—Καλά, ἀκολούθησέ μας, ἀλλὰ δὲν εἶναι διὰ σὲ ὁ πόλεμος. Τὰ παιδιὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ πολεμήσουν. Θὰ σὲ στείλω μὲ πρώτην εὐκαιρίαν εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ σὲ βάλουν εἰς τὸ ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα, διὰ νὰ μάθῃς μίαν τέχνην νὰ ζήσῃς.
Ὁ μικρὸς ἐπλησίασε τοὺς στρατιώτας σιωπηλός. Σιγὰ σιγὰ ἔγινε ὁδηγός των εἰς τὸ δάσος, ποὺ τὸ ἐγνώριζε σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμήν, διότι εἰς αὐτὸ ἔβοσκε ἄλλοτε τὰ πρόβατά του.
—Ἠμπορῶ νὰ πάρω ἕν ὃπλον; ἠρώτησε τὸν λοχαγόν, ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασεν εἰς μίαν σύντομον ἀνάπαυσιν μετὰ τὴν πρώτην συμπλοκήν. Ὑπήρχον ἐδῶ κι ἐκεῖ πολλὰ ὅπλα, ποὺ τὰ ἐγκατέλειψαν φεύγοντες οἱ ἐχθροί.
—Πάρε το.

Καὶ ὁ μικρὸς βοσκὸς ἔτρεξεν εὐχαριστημένος εἰς τοὺς θάμνους διὰ νὰ πάρῃ τὸ βαρὺ ὅπλον καὶ τὰ φυσίγγια. Εἰς τὴν δευτέραν ἀντεπίθεσιν ἐχάθη. Τί ἔγινε; Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε μέσα εἰς τὴν θύελλαν τῆς μάχης. Καὶ ὃμως εἶχε πολεμήσει ὄρθιος ὡς ἥρως. Ἐξήντλησεν ἐπιτυχῶς ὅλα του τὰ φυσίγγια, ἕως ὅτου ἐπληγώθη χωρὶς νὰ τὸν ἴδῃ κανείς. Οἱ δικοί μας τὸν εὑρῆκαν, ὅταν ἐπέστρεφον ἀπὸ τὰς καταληφθείσας θέσεις, διὰ ν’ ἀναπαυθοῦν. Ἦτο τραυματισμένος εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα, σχεδὸν ἀναίσθητος. Τὸ ξανθόν του κεφάλι ἦτο ἀκουμβησμένον ἤρεμα μὲ γαλήνην ἥρωος εἰς τὴν κάννην τοῦ ὅπλου.
-Πτωχό μου Σουλιωτόπουλο! Εἶπεν ὁ λοχαγὸς καὶ διέταξε νὰ τὸ μεταφέρουν ἀμέσως εἰς τὸ χειρουργεῖον. Ἀφοῦ τοῦ ἐκαθάρισαν τὸ τραῦμα, τὸ ἔδεσαν καὶ ἔστειλαν τὸν μικρὸν εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Μετὰ ἕνα μῆνα τὸ Σουλιωτόπουλον ἐθεραπεύθη καὶ ἐστάλη εἰς Ἀθήνας, εἰς τὸ ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα, κατὰ σύστασιν τοῦ καλοῦ λοχαγοῦ, ὅπου ἔγινεν ἂριστος τεχνίτης. 
Ὁ μικρὸς Σουλιώτης ὄχι μόνον ἐγνώριζε νὰ πολεμῇ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος του, ἀλλὰ καὶ νὰ προσέχῃ καὶ νὰ ἐργάζεται μὲ ἐπιμέλειαν ὅσον ὀλίγοι.

[Επιμέλεια κειμένου: Λεωνίδας Πυργάρης, φιλόλογος-καθηγητής, Χίος]

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ανθολογία κειμένων και διηγημάτων από παλαιά αναγνωστικά - Bιογραφίες ηπειρωτών εθνικών ευεργετών



Διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα που σχετίζονται με την Ήπειρο και βιογραφίες ηπειρωτών εθνικών ευεργετών τα οποία άντλησε από παλαιά αναγνωστικά και μας έστειλε ο φιλόλογος - καθηγητής από τη Χίο, κος Λεωνίδας Πυργάρης. 
Τον ευχαριστούμε θερμά και για το πλούσιο υλικό που μας διέθεσε και για τα φιλικά του αισθήματα απέναντι στην Ήπειρο και στους Ηπειρώτες!





___________________________________________________________________

Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος Καθηγητής
Χίος, 28/12/2013
Προς: Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου
Ιωάννινα

Αγαπητοί συνάδελφοι δάσκαλοι,

Σας αποστέλλω:
α) τεσσάρων επιφανών Ηπειρωτών εθνικών ευεργετών την προσφορά και τις βιογραφίες:
τις οποίες άντλησα από παλαιά Αναγνωστικά Δημοτικού Σχολείου

β) ανθολογία κειμένων και διηγημάτων, εκ των οποίων τα περισσότερα σχετίζονται με τα Γιάννενα:

Εύχομαι σ’ εσάς και σ’ όλη την Ήπειρο «ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ.»

Λεωνίδας Πυργάρης
Χίος



Από φωτογραφία του Michael Vakaros

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

«Στα Γιάννενα» - διάλογος με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη!

[Από το ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ἕκτης Δημοτικοῦ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΑΘΗΝΑΙ 1952]

                                                                                   
                                                  ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε,
ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια.
Ἡ μάνα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της,
γιατ’ εἶναι χρόνια δύστυχα καὶ τρέμει μὴν τὸ χάση.

   Μὲ τοὺς στίχους αὐτοὺς τοῦ Βαλαωρίτη στὴ μνήμη μου, ξεκίνησα ἀπὸ τὴν Πρέβεζα, γιὰ νὰ γνωρίσω τὴν ξακουσμένη Πόλη. Τὸ αὐτοκίνητο ξεπερνᾶ τὸν ἀπέραντο ἐλαιώνα τῆς Πρὲβεζας, διαβαίνει ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια τῆς Νικοπόλεως καὶ χάνεται μέσα στὶς χαράδρες καὶ τὶς λαγκαδιὲς τῶν Ἠπειρωτικῶν βουνῶν. Βουνὰ ψηλά, γυμνὰ τὰ περισσότερα, ἄγρια, δυσκολοπάτητα. Αὐτὰ ἔθρεψαν τὴν κλεφτουριὰ τοῦ Εἰκοσιένα. Κι αὐτά, μαζὶ μὲ τὴ φτώχεια τῆς γῆς, διώχνουν πάντα ἀπὸ κοντά τους τοὺς ἐργατικοὺς Ἠπειρῶτες καὶ τοὺς στέλνουν στὰ ξένα. Κι ἐκεῖ, μὲ τὴν τίμια ἐργασία τους πλουτίζουν καὶ μὲ τὴ μεγάλη ψυχή τους γεμίζουν τὸν τόπο τους καὶ τὴν Ἀθήνα μὲ Πανεπιστήμια καὶ Ἀκαδημίες καὶ Πολυτεχνεῖα καὶ Στάδια καὶ Ἀρσάκεια καὶ Ζωσιμάδες σχολὲς κι ἄλλα μεγαλόπρεπα ἱδρύματα. Καὶ τὰ ἱδρύματα αὐτὰ μᾶς θυμίζουν κάθε στιγμὴ
τὰ ὀνόματα τοῦ Ἀβέρωφ καὶ τοῦ Σίνα, τοῦ Ἀρσάκη καὶ τοῦ Ριζάρη, τῶν Ζωσιμαδῶν καὶ τῶν Ζάππηδων καὶ τόσων ἄλλων μεγαλόκαρδων Ἠπειρωτῶν.
«Παμβώτις» Κώστας Μαλάμος, 1971-72
Ἀπὸ τὰ Ἠπειρωτικὰ βουνὰ κατεβαίνει ὁ Λοῦρος μὲ τὰ γάργαρα νερά του, ποὺ, σὲ μεγάλο διάστημα τὸν εἴχαμε σύντροφο δίπλα στὸν ἁμαξωτὸ δρόμο. Στὴν ποταμιά του, κάτω ἀπὸ θεόρατα πλατάνια, περάσαμε μιὰν ἀλησμόνητη ὥρα τοῦ μεσημεριοῦ, σβήνοντας τὴ δίψα μας στὰ ὁλόδροσα
νερά του. Ξεκινοῦμε καὶ ἀρχίζομε πάλι τὸ κυνηγητὸ μὲ τὸ ποτάμι, ἀνάμεσα στὶς ἀτέλειωτες λαγκαδιές. Κάποτε ἀφήνομε τὴν ποταμιὰ κι ἀνηφορίζοντας βρισκόμαστε μπροστὰ στὸ χάνι τοῦ Ἐμὶν - Ἀγᾶ. Περήφανα δείχνει τῆν ἐπιγραφή του: Στρατηγεῖο τοῦ 1912 – 1913. Εἶναι τὸ ταπεινὸ χάνι, ποὺ φιλοξένησε ὁλόκληρο χειμώνα τὸ Στατηγεῖο μας, ὅταν ἐπιχειροῦσε τὸ φονικὸ καὶ πολύνεκρο λυτρωτικὸν ἀγώνα. Μὲ συγκίνηση βαθειὰ ἀντικρύζομε τὸ ξακουσμένο χάνι.
Ἀπ’ ἐδῶ ἀρχίζουν οἱ λοφοσειρὲς τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Μπιζανιοῦ καὶ τῆς Καστρίτσας, ποὺ τὰ παλληκάρια μας τὶς ἐπότισαν μὲ τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ λυτρώσουν τὰ Γιάννενα ἀπὸ τὴ σκλαβιά. Κι ἀπάνω ἀπὸ τὶς λοφοσειρὲς αὐτές, ποὺ μῆνες ὁλόκληρους, μὲ τὰ πυκνὰ κανόνια τους, ἐσκόρπιζαν τὸ θάνατο στὰ Ἑλληνόπουλα, ὑψώνεται ὁλόγυμνη κι ἀπότομη ἡ κορφὴ τοῦ Ὀλύτσικα. Σκαρφαλώνοντας ὁλονυχτὶς στὰ χιόνια καὶ τοὺς πάγους του τὰ εὐζωνάκια μας, πέρασαν τὴν ἀπάτητη ραχούλα καὶ ρίχτηκαν ἀθώρητα στὸν κάμπο, ἀφήνοντας πίσω τους καὶ κάστρα καὶ κανόνια τούρκικα κι ἀμέτρητο τὸν ἐχθρικὸ στρατό. Κι ὁ μαῦρος καβαλλάρης τους, ὁ Βελισσαρίου, ἔστησε στὴν ἄκρη ἀπὸ τὴν πόλη τὴ σημαία του καὶ κάλεσε τοὺς ξαφνιασμένους Τούρκους νὰ παραδοθοῦν.
Κι ἡ 21 τοῦ Φλεβάρη βρῆκε λεύτερα τὰ Γιάννενα. Εἶχε νυχτώσει πιὰ σὰν τελείωσαν τὰ 103 χιλιόμετρα, ποὺ χωρίζουν τὴν Πρέβεζα ἀπὸ τὰ Γιάννενα, κι ἔμπαινε τὸ αὐτοκίνητο στὴ χιλιοτραγουδημένη πολιτεία. Ἀλλὰ τώρα οὔτε «νωρὶς ἐπέσανε τὰ Γιάννενα σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε» οὔτε «ἡ μάνα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της». Ἄφοβα καὶ χαρούμενα κυκλοφοροῦσαν μικροὶ καὶ μεγάλοι στοὺς λαμπροφωτισμένους δρόμους καὶ στὸ κέντρο τῆς ὄμορφης πολιτείας ὑψώνεται ἡ σημαία τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλληνικῆς Μεραρχίας. Μὰ πρὶν ἀκόμα γνωρίσω τὰ Γιάννενα, ἔνιωσα βαθιὰ στὴν ψυχή μου ἕνα χρέος ἱερό. Ἤθελα νὰ ἰδῶ καὶ νὰ προσκυνήσω τὴ μαρμάρινη προτομὴ τοῦ Μαβίλη, τοῦ σεμνοῦ ποιητῆ καὶ τοῦ σεμνότερου ἥρωα τοῦ Δρίσκου, ποὺ εὐτύχησα κάποτε νὰ τὸν γνωρίσω ἀπὸ κοντά. Εὐγενικὸς φίλος μὲ ὁδήγησε στὴν ἄκρη τῆς λίμνης, ποὺ στοργικὰ ἀγκαλιάζει καὶ δροσίζει τὰ Γιάννενα, τῆς λίμνης, ποὺ τὴν ἀγίασαν μὲ τὸ αἷμα τους τόσα Ἑλληνόπουλα καὶ τόσες Ἑλληνοποῦλες παρθένες, θυσία στὴν ἀνήλεη ψυχὴ τοῦ Ἀλῆ.
Ο μώλος της λίμνης και στο βάθος η προτομή του Λ. Μαβίλη
Ἐκεῖ στὴν ἀκρολιμνιά, λευκὴ σὰν τὴν ὁλόλευκη ψυχὴ του, ὑψώνεται ἡ προτομὴ τῆς σεβάσμιας μορφῆς τοῦ Λορέντσου Μαβίλη. Κοιτάζει ὁλόϊσα κατὰ τὴν κορφὴ τοῦ Δρίσκου, ποὺ τὴν πότισε μὲ τὸ αἷμα του, πολεμώντας γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς ἀλύτρωτης πόλης. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ πλούσιο φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ ἀσήμωνε τὸ μάρμαρο καὶ τὴ λίμνη, διάβασα στὴν εὐγενικιά του φυσιογνωμία τὴ βαθειά του ἱκανοποίηση γιὰ τὴ μεγάλη νίκη. Πόση συγκίνηση ἔνιωσα στὸ ἀντίκρυσμα τῆς λευκῆς προτομῆς! Θυμήθηκα τὸν εὐγενικὸ γέροντα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιὰ καὶ τὴν κόκκινη στολὴ τοῦ Γαριβαλδινοῦ, σὰν ξεκίναγε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὸ ἀγύριστο ταξίδι· σκόρπισα γύρω λίγα λουλούδια, φερμένα ἐπίτηδες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, φίλησα εὐλαβικὰ τὴ σεπτὴ προτομὴ κι ἐγύρισα στὸ ξενοδοχεῖο μὲ τὴν ψυχή μου γεμάτη ἀπὸ τὴ θυσία τοῦ Μαβίλη. Τίποτε ἄλλο δὲ χωροῦσε στὴν ψυχή μου ἐκείνη τὴ βραδυά!
Ὁ ὕπνος μου ὕστερ’ ἀπὸ τὴν κούραση μακρινοῦ ταξιδιοῦ, ἦταν ἀνήσυχος. Κι ἡ λαχτάρα μου νὰ ξημερώση, γιὰ νὰ γνωρίσω τὴν ποθητὴ πολιτεία, δὲν ἄφηνε τὸ ζωογόνο ὕπνο νὰ κλείση ἀναπαυτικὰ τὰ μάτια μου. Καὶ τότε μοῦ συνέβη κάτι ἀπερίγραπτο: Μπροστὰ στὴν ταραγμένη φαντασία μου παρουσιάστηκε, σὰν ὄνειρο, ὁλόσωμος καὶ μεγαλόπρεπος ὁ Μαβίλης. Ἡ ματιά του ἤτανε τόσο γλυκειὰ καὶ στοργική, ὥστε καμιὰ ταραχὴ δὲν ἔνιωσα. Μοῦ φάνηκε πὼς συνεχίζαμε παλιὰ ὁμιλία, ἀρχινημένη ἐδῶ καὶ 17 χρόνια!...
―Ἔχω ἕνα παράπονο ἀπὸ σένα, φίλε μου, ἄρχισε νὰ λέη ὁ Ποιητής. Σ’ ἕνα βιβλίο σου ἔγραψες ἕνα κεφάλαιο καὶ γιά μένα· καὶ μ’ ὀνομάζεις ἐκεῖ Ποιητὴ καὶ Ἥρωα. Γιατί χαρίζεις ἔτσι εὔκολα τὰ μεγάλα ὀνόματα; Ἂν εἶμαι ποιητὴς ἐγώ, τί εἶναι τότε ὁ Σολωμὸς κι ὁ Βαλαωρίτης κι ὁ Παλαμᾶς; Κι ἂν ὀνομαστῶ ἐγὼ ἥρωας, πῶς θὰ ὀνομαστῆ ὁ Βελισσαρίου κι οἱ ἄλλοι γιγαντομάχοι τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Μπιζανιοῦ;
―Γιατί προτιμήσατε νὰ πολεμήσετε στὴν Ἤπειρο κι ὄχι ἀλλοῦ; ρώτησα τὸν Ποιητή.
―Ζώντας στὴν Κέρκυρα, μοῦ ἀπάντησε, εἶχα πιὸ κοντά μου τὸ Σούλι καὶ τὴ Χειμάρα καὶ τὰ Γιάννενα κι ἔνιωθα πιὸ βαθιὰ τὴ σκλαβιά τους. Τὰ βάσανα αὐτοῦ τοῦ τόπου ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασὰ συγκινοῦσαν βαθύτερα τὴν καρδιά μου· καὶ τὰ τραγούδια γιὰ τὸν Μπότσαρη καὶ τὸν Κατσαντώνη νανούριζαν ἀδιάκοπα τὴν ψυχή μου. Θὰ σὲ ὁδηγήσω νὰ δοῦμε μαζὶ τὰ Γιάννενα, γιὰ νὰ ἐξηγήσης καὶ μόνος σου τὴν προτίμησή μου. 
Καὶ βγήκαμε μαζὶ στὴ φεγγαροφώτιστη πολιτεία, ποὺ κοιμόταν ἥσυχη καὶ ἀμέριμνη, λυτρωμένη πιὰ ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη τῆς σκλαβιᾶς.
―Σὰν Ρουμελιώτης, ἐσύ, μοῦ λέει ὁ Ποιητής, θὰ ξέρης τὸ τραγούδι, ποὺ ἀρχίζει μ’ αὐτὰ τὰ λόγια:
Ἐψὲς ἤμουν στὰ Γιάννενα, ψηλὰ στὴ Λιθαρίτσα.
Νά, αὐτὴ εἶναι ἡ Λιθαρίτσα.
Βρεθήκαμε σὲ μιὰ μικρὴ πλατεία, ποὺ ἦταν ὁλόκληρος ἐξώστης γιὰ τὴν πόλη. Ὑπέροχο ἦταν τὸ θέαμα, ποὺ ἁπλώθηκε τότε μπροστά μας. Ὁλόγυρά μας, ἀριὰ καὶ δεντροστόλιστα, ἡσύχαζαν τὰ Γιαννιώτικα σπίτια μὲ τὶς 22 χιλιάδες κατοίκους. Κάτω ἡ λίμνη ἀγκάλιαζε τὸ κατάφυτο, ξακουσμένο νησί. Ἀπέναντι ὑψωνόταν, ψηλὸ κι ὁλόγυμνο, τὸ Μιτσικέλι, προστατεύοντας στοργικὰ τὴν πόλη ἀπὸ τὸ Θεσσαλικὸ βοριά. Καὶ μπροστά μας, βαρὺ κι ἐπιβλητικό, ἀκουμποῦσε στὴ λίμνη τὸ Κάστρο, τὸ ξακουσμένο Κάστρο, ποὺ πέρασε ὅλη τὴ ζωή του ὁ Ἀλής. Μέσα στὴ σιγαλιὰ τῆς νύχτας καὶ στὸ ἀχνὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, μᾶς φάνηκε πὼς περιπλανιόταν, ἀνάμεσα στὰ συντρίμμια τοῦ Κάστρου, ἡ ἀνήσυχη σκιὰ τοῦ Ἀλή.
Καμάρωσε ὥρα πολλὴ τὰ δυὸ τζαμιά, ποὺ ὑψώνονται δεξιὰ κι ἀριστερὰ στὸ σιδηρόφραχτο τάφο, ποὺ δέχτηκε τὸ ἀκέφαλο πτῶμα του. Σεργιάνισε χαιρέκακα τὰ σκοτεινὰ μπουντρούμια, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια εἶχε κλείσει τὰ καλύτερα παλληκάρια τῆς Ρούμελης. Πλησίασε χαρούμενος στὴ σπηλιά, ποὺ κρεουργήθηκε ὁ Δεσπότης τῶν Τρικάλων Διονύσιος, σὰν ἔκανε τὴν ἀποτυχημένη ἐπανάσταση τοῦ 1612. Ἔριξε ἀστραφτερὴ ματιὰ στὴ λίμνη, ποὺ δέχτηκε τὸ σῶμα τῆς κυρα - Φροσύνης καὶ τόσων ἄλλων Ἑλληνίδων παρθένων. Στὸ τέλος γύρισε μὲ ἀγωνία ὥρα πολλὴ ἐδῶ κι ἐκεῖ, τοῦ κάκου ἀναζητώντας τὰ ἐξαφανισμένα ἐρείπια τοῦ πυρπολημένου παλατιοῦ του· καὶ δὲ βρῆκε ἀπ’ αὐτὰ οὔτε πέτρα ἀπάνω στὴν πέτρα. Καὶ τραβώντας μὲ λύσσα τὴν πυκνὴ γενειάδα του, χάθηκε σὲ μιὰ σκοτεινὴ τρύπα τοῦ Κάστρου.
Περάσαμε ὕστερα μὲ μιὰ βάρκα τὴ λίμνη καὶ βγήκαμε στὸ νησί. Τρία παλιὰ μοναστήρια, κάτω ἀπὸ αἰωνόβια πλατάνια, ξεχώριζαν ἀπὸ τ’ ἄλλα σπιτάκια τοῦ νησιοῦ. Σώζονται σ’ ὅλα θαυμάσιες τοιχογραφίες. Στὸ παλιότερο μάλιστα, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, χτισμένο στὰ 1190, εἴδαμε κάτι σπάνιο. Ἑπτὰ ἀρχαῖοι Ἕλληνες σοφοὶ (Θουκυδίδης, Σωκράτης, Ἀριστοτέλης κ. ἄ.) ἦταν ζωγραφισμένοι στὴ σειρὰ καὶ ἐλατρεύοντο σὰν Ἅγιοι.
―Μόνο ἐδῶ, θαρρῶ, εἶπε ὁ Ποιητής, σκέφτηκαν νὰ λατρέψουν τοὺς ἀρχαίους σοφούς· κι ἔκαναν πολὺ σωστά, γιατὶ κι ἐκεῖνοι βασάνισαν τὸ νοῦ τους, γιὰ νὰ βροῦν τί εἶναι ἀληθινὸ καὶ χρήσιμο στὸν κόσμο. Ὁ Σωκράτης μάλιστα πλήρωσε μὲ τὴ ζωή του τὸ κήρυγμά του. Ἦταν, σὰ νὰ ποῦμε, ἕνας ἄλλος πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ.
Δίπλα στὸ ἕνα μοναστήρι ἦταν ἕνα παλιὸ διώροφο σπιτάκι· μέσα σ’ αὐτὸ τιμωρήθηκε ὁ Ἀλὴς γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ Σουλτάνος εἶχε στείλει πιστοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ τοῦ φέρουν τὸ κεφάλι τοῦ ἀποστάτη. Ἐκεῖνοι τὸν γέλασαν, νἄρθη στὸ νησί, γιατὶ στὴν πόλη ἦταν ἀδύνατο νὰ τοῦ ἐπιτεθοῦν. Ἐκεῖ ὅμως ὁ Ἀλὴς κατάλαβε τὴν ἀπάτη κι ἔτρεξε νὰ τρυπώση στὸ σπιτάκι αὐτό. Οἱ ἀξιωματικοὶ μὴ μπορώντας νὰ πλησιάσουν τὴ σφαλισμένη πόρτα, μπῆκαν στὸ ὑπόγειο κι ἀπὸ κεῖ μπόρεσαν νὰ πυροβολήσουν καὶ νὰ τὸν ξεκάνουν. Κι ἐπῆγαν στὸ Σουλτάνο τὸ κεφάλι, ποὺ ζήτησε. Σώζεται ἀκόμα τὸ σαθρὸ πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ξεχωρίζει σ’ αὐτὸ ἡ τρύπα ποὺ σχηματίστηκε ἀπὸ τὴ φονικὴ σφαίρα.
Τώρα ἀπόλυτη σιγὴ βασιλεύει ἐκεῖ γύρω καὶ μόνο ἕνας θεόρατος πλάτανος στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ ἀπομένει θεατὴς καὶ μάρτυρας τῆς φοβερῆς σκηνῆς. Προχωρήσαμε στὴν κορφὴ τοῦ νησιοῦ, δίπλα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ προφήτη Ἠλία. Τὸ φεγγάρι μεσουρανοῦσε πιά, σκορπίζοντας παντοῦ τὸ ἀχνόξανθο φῶς του. Ὁ Ποιητὴς γύρισε ὁλόγυρα τὴ θεία ματιά του κι ἐγὼ τὴν ἀκολουθοῦσα.
―Μὲ ρώτησες γιατί προτίμησα νὰ πολεμήσω στὴν Ἤπειρο, μοῦ εἶπε. Ὅλα ὅσα εἶδες μὲ τραβοῦσαν ἐδῶ. Βλέπεις ἐκεῖ πέρα τὸ καμπαναριὸ τῆς Μητροπόλεως; Δίπλα εἶναι ὁ τάφος τοῦ Νεομάρτυρα Γεωργίου, ποὺ ἅγιασε στὰ 1838. Πιὸ ἀπάνω εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Τσακάλωφ, διατηρημένο ὅπως ἦταν στὸν καιρό του. Ὅλα ἐδῶ γύρω εἶναι Ἑλληνικά. Κι οἱ Τοῦρκοι ἀκόμα κι οἱ Ἑβραῖοι, μόνο ἑλληνικὰ μιλοῦσαν. Πῶς λοιπὸν μποροῦσα νὰ νιώθω τὰ Γιάννενα σκλαβωμένα;
Κι ἐξακολούθησε:
―Τὰ κανόνια τοῦ Μπιζανιοῦ ἐμπόδιζαν τὴν προέλαση τοῦ στρατοῦ μας.Τὸν εἶχαν καρφώσει στοὺς βράχους τῆς Μανωλιάσας. Ἐμεῖς οἱ Γαριβαλδινοί, περνώντας ἀπὸ τὴ Θεσσαλία καὶ κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ Δρίσκο, ἐλπίζαμε νὰ μποῦμε πρῶτοι στὰ Γιάννενα.
Καὶ μοῦ ἔδειξε μὲ καμάρι τὸ λόφο τοῦ Δρίσκου, ποὺ ποτίστηκε μὲ τὸ αἷμα τόσων παλληκαριῶν.
―Ἀλλὰ τὰ κανόνια τῆς Καστρίτσας, εξακολούθησε ὁ Ποιητής, δὲ μᾶς ἄφησαν νὰ πετύχωμε τὸ σκοπό μας. Κι ἔτσι δὲν μπήκαμε πρῶτοι στὰ Γιάννενα.
Ἦταν ἡ μόνη στιγμή, ποὺ εἶδα πονεμένο τὸν Ποιητή.
Καὶ γιὰ νὰ μὴ φανῶ πὼς εἶδα τὴ συγκίνησή του, γύρισα τὴ ματιά μου στ’ ἀσημωμένα νερὰ τῆς λίμνης. Μὰ σὰν ξαναγύρισα νὰ δῶ τὸ σύντροφό μου, δὲν ἦταν πιὰ κοντά μου ὁ Ποιητής.
Καὶ τὸ γλυκό μου ὄνειρο τελείωσε...

Δημ. Κοντογιάννης

(Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ — Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ἕκτης Δημοτικοῦ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ,ΑΘΗΝΑΙ 1952, σελ.157-165)

Το κείμενο μάς έστειλε ο φιλόλογος-καθηγητής κος Λεωνίδας Πυργάρης και τον ευχαριστούμε πολύ!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Καλή Χρονιά!





ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ (Προφυλακὲς Ὀλύτσικα Ἠπείρου, 24 Δεκεμβρίου 1912.)

Από το σχολικό αναγνωστικό του 1939.
Μας το έστειλε ο φιλόλογος - καθηγητής από τη Χίο κος Λεωνίδας Πυργάρης, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά και του ευχόμαστε «Καλά Χριστούγεννα».

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Προφυλακὲς Ὀλύτσικα Ἠπείρου, 24 Δεκεμβρίου 1912.
Ξαστεριά· κλαράκι δὲν κουνιέται. Τὸ φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τὰ βουνὰ τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Ὀλύτσικα, ποὺ τέτοια ὥρα μᾶς φαίνονται διπλὰ στὸν ὄγκο καὶ στὸ ὕψος. Μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνη τὶς προφυλακές μας ἐπάνω σ’ αὐτά, σωροὺς ἀπὸ φαντάρους ριχμένους τὸν ἕνα ἐπάνω στὸν ἄλλο, νὰ ξεκουράζωνται στὴν ἀστροφεγγιά, ποὺ εἰναι γι’ αὐτοὺς πολύτιμη· γιατὶ δὲν ἀφήνει τοὺς Ἀρβανίτες νὰ μεταχειριστοῦν ἕναν ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς τρόπους ποὺ ξέρουν, τὸν αἰφνιδιασμό, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ γραμμὴ καὶ νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν. Θ’ ἀναπαυθοῦν ἀπόψε. Ποῦ καὶ ποῦ κανένας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μας πετιέται ξαφνικὰ καὶ δός του ἐπάνω κάτω νὰ ζεστάνη λίγο τὸ παγωμένο του κορμί. Τὸ δυνατὸ κρύο μᾶς περονιάζει τὰ κόκαλα καὶ κάνει τὴ μέση μας καὶ τὶς πλάτες νὰ πονοῦν.
Μιὰ βραδυὰ εἶναι καὶ αὐτὴ καὶ θὰ περάση, βρὲ παιδιά· ὅλοι ὑποφέρουν σήμερα γιὰ τὴν πατρίδα· ὅλα θὰ περάσουν, εἶπα. Οὔτε κουβέντα πιά...
Γύριζα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ὅτι ἡ βραδυὰ ἐκείνη ἡταν Χριστουγεννιάτικη. Ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μου κανένας δὲν τὸ εἶχε σκεφτῆ. Ἤμουν νευρικὸς καὶ προσπαθοῦσα νὰ συνηθίσω τὸν ἐαυτό μου στὴ συγκίνηση ποὺ θὰ δοκίμαζα μὲ τὴ χαρὰ τῶν στρατιωτῶν μου γιὰ κάτι ἔκτακτο ποὺ τοὺς προετοίμαζα. Βρισκόμουν ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλυβάκι μας, όταν ἄκουσα τὸ στρατιώτη, ποὺ ἔγραφε ἕνα γράμμα, νὰ ρωτᾶ πόσες τοῦ μηνὸς εἴχαμε.
Ρώτα τὸν κὺρ λοχία, τοῦ εἶπε ἕνας.
Εἴκοσι τέσσερες, τοῦ φώναξα κι ἀποτραβήχτηκα βιαστικός.
Βρὲ παιδιά, εἴκοσι τέσσερες! Παραμονὴ Χριστούγεννα σήμερα καὶ δὲν τὸ σκεφτήκαμε... Γιὰ σκεφτῆτε, βρὲ παιδιά...
Ἔφτασαν στ’ αὐτιά μου τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ δέκα στόματα. Εἶχα ἀρκετὰ τραβηχτῆ ἀπὸ τὸ φυλάκιο, ὅταν εἶδα τοὺς φαντάρους μου ἕνα ἕνα νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ καλυβάκι καὶ νὰ μὲ πλησιάζουν· σὲ λίγο ἦταν ὅλοι γύρω μου.
Ἀκοῦς, Χριστούγεννα, κὺρ λοχία, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβωμε καθόλου. Πῶς θὰ τὴν περάσουν τὴν αὐριανὴ μέρα τὰ καημένα τὰ σπίτια μας... Ἄχ! δόλια μάνα!
Καὶ κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλοι μαζὶ ἐμένα. Τὶ ζητοῦσαν ἀπὸ μένα; Κι ἐγὼ εἶχα σπίτι καὶ μάνα· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐγὼ ἤμουν ὁ μόνος ἀνώτερός τους ἐκεῖ. Ἤμαστε ὅλοι περισσότερο περήφανοι, γιατὶ μιὰ τέτοια μέρα τόσο ὑποφέραμε· ἤμουν ἀκόμη πιὸ εὐτυχὴς ἐγώ, γιατὶ περίμενα ἔπειτα ἀπὸ λίγο κάτι νὰ παρουσιάσω στοὺς στρατιῶτες μου, ποὺ ἀπὸ μέρες τώρα ζοῦσαν μόνο μὲ ψωμί, καὶ αὐτὸ σὰν ἀντίδωρο. Σὲ λίγο ἕνας ἕνας τραβήχτηκαν στὸ καλυβάκι, κι ἔμεινα μόνος.
Χριστούγεννα! Πῶς περνούσαμε ἄλλες χρονιὲς μὲ τὸν πατέρα, τὴ μητέρα καὶ τ’ ἀδερφάκια μας! Ἀπὸ νωρὶς ψώνια καὶ ψώνια, Τὰ μικρὰ τί χαρές! Γέμιζε τὸ σπίτι ἀπὸ γέλια κι ἀπαιτήσεις.
Μαμά, τὸ βράδυ νὰ μὲ σηκώσης νὰ πάω στὴν ἐκκλησία.
Καλά, κοιμήσου τώρα, ἂν θέλης νὰ σηκωθῆς.
Πῶς πεταγόμαστε τὴ νύχτα ἀπὸ τὸν ὕπνο, όταν ἀκούγαμε τὸ γλυκό, χαρμόσυνο ἦχο τῆς καμπάνας. Στὸ δρόμο ἐκεῖνο τὸ βράδυ κανένας φόβος· ἕνας ἕνας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στὰ παλτά τους, τραβοῦσαν γιὰ τὴν ἐκκλησία· ἀλήθεια, πῶς μᾶς ἄρεσε κι ἐμᾶς τῶν παιδιῶν ἡ ἐκκλησία ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τί χαρά! Χριστόψωμα, γαλοποῦλες, φροῦτα· παντοῦ ἑορτάσιμα ροῦχα, στὰ σπίτια, στοὺς δρόμους, παντοῦ. Οὔτε σχολεῖο ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες οὔτε τίποτε.
Καὶ τώρα, ἐπάνω στὸν ᾽Ολύτσικα, ἔχομε τὸ κανόνι γιὰ καμπάνα καὶ τὸ ὕπαιθρο γιὰ ἐκκλησία· κάτι εἴμαστε κι ἐμεῖς τώρα. Πολλὲς φορὲς ὁ στρατηγὸς θὰ σκέφτηκε: «καὶ ἀπὸ κεῖ καλὰ εἴμαστε ἀσφαλισμένοι». Καὶ οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὴ Μανωλιάσα, ποὺ τοὺς φυλάγαμε τὰ πλευρά, πάντα πιὸ ήσυχα θὰ κοιμόνταν, ὅταν μᾶς ἔνιωθαν πλάϊ τους. Τί τιμὴ ἀλήθεια!
Καλὰ ἧταν τὰ περασμένα Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ τωρινὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲ θὰ ξεχάσωμε ποτέ. Οἱ στρατιῶτες μου κοιμοῦνται· τί ὄνειρα νὰ βλέπουν; Ἀσφαλῶς οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι στὰ σπίτια τους, μερικοὶ καὶ στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ τους. Βήματα ἀπὸ τὸ μονοπάτι, ποὺ εἶχα προσδιορίσει γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Δεναξᾶ καὶ τοῦ Πράγια, μὲ ἔκαναν νὰ τρέξω πρὸς τὰ ἐκεῖ.
Καλῶς ὥρισες, Δεναξᾶ· τί γίνεται, βρὲ παιδί; ποῦ εἷναι ὁ Πράγιας;
Γειά σου, κὺρ λοχία· χρόνια πολλά· μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια μας, καὶ τοῦ λόγου σου μὲ μακρὺ σπαθί.
Μὲ μακρὺ σπαθί· ὥστε τὸ καταλάβαιναν οἱ στρατιῶτες μου, ὅτι κάτι μπορoῦσε νὰ βγῆ καὶ γιὰ μένα ἀπὸ τὴ νίκη, σκέφτηκα.
Ὁ Πράγιας, κὺρ λοχία, ἐξακολούθησε ὁ Δεναξᾶς, ψήνει τὸ κρέας κάτω στὴ ρεματιά· σὲ μιὰ ὥρα θὰ εἶναι ἕτοιμο· ἕξη ὀκάδες χοιρινὸ πρώτης γραμμῆς· ἔχομε κι ἁλάτι καὶ πιπέρι· ἕνα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιὰ λουκούμια καὶ δυὸ ψωμιὰ χωριάτικα, φίνα· μοῦ εἶπε ὁ ὑποσιτιστής, ότι θά μᾶς στείλουν καὶ χριστόψωμα, ἀλλὰ αὐτά, νὰ σοῦ πῶ, κὺρ λοχία, δὲν τὰ περιμένω· εἶδα νὰ δουλεύουν δυὸ τρεῖς στοὺς φούρνους, ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔλεγαν καλημέρα σὲ φούρναρη στὴν πατρίδα.
Ἄφησε τὰ σακκίδια, Δεναξᾶ, ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλύβι καὶ πήγαινε, παιδί μου, νὰ βοηθήσης τὸν Πράγια.
Ἔφυγε κι ἐγὼ τράβηξα στὸ καλύβι. Τοὺς βρῆκα ὅλους νὰ κοιμοῦνται.
Ἔ, παιδιά, σηκωθῆτε, τοὺς εἶπα ἐπιτακτικά· δὲ σεβάστηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸν ὕπνο τους.
Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν ὅλοι ἐπάνω καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια στὰ τουφέκια.
Τί εἶναι; τί τρέχει, κὺρ λοχία; Εἶχαν συνηθίσει τόσον καιρὸ σὲ τέτοια ξυπνήματα.
Καθίστε κάτω, τοὺς εἶπα· ἀφῆστε τὰ ὅπλα δὲν εἶναι τίποτε· κάτι ἤθελα νὰ σᾶς πῶ.
Κάθισαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο, τακτοποιώντας τοὺς μανδύες καὶ τὶς παλάσκες τους, ποὺ τόσον καιρὸ τώρα ἔγιναν ἀναπόσπαστες ἀπὸ τὴν τουαλέττα τοῦ ὕπνου τους.
Ἀκοῦστε, παιδιά, νὰ σᾶς πῶ. Τέτοια μέρα καὶ ὥρα— ἦταν περασμένα μεσάνυχτα — οί καμπάνες στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις χτυποῦν καὶ οἱ Χριστιανοὶ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ γιορτάσουν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴν εὐλογία του. Κι ἐμεῖς ἐδῶ ἐπάνω, ποὺ εἴμαστε, δὲν πάψαμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ νὰ ἔχωμε ἀκόμη περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθειά του. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σᾶς ξύπνησα, νὰ κάνωμε τὴν προσευχή μας καὶ νὰ ποῦμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο· ἐγὼ ξέρω μερικά, καί, ἂν ξέρη καὶ κανένας ἀπὸ σᾶς, τὸ λέει· δὲν ἔκανα καλά, παιδιά;
Καλὰ ἔκανες, κὺρ λοχία.
Γονάτισα καὶ γονάτισαν καὶ οἱ στρατιῶτες μου· ἔκανα τὸ σταυρό μου, τὸν ἔκαναν κι αὐτοὶ μὲ τὸ κεφάλι κάτω.
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...», ἀκούστηκε σιγανή, ραγισμένη ἀπὸ τὴ συγκίνηση, ἡ φωνή μου.
Μερικοὶ στρατιῶτες μου σταυροκοποῦνται διαρκῶς καὶ ἄλλοι σταματοῦν γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ξαναρχίσουν πάλι· ὅλοι μουρμουρίζουν καὶ βοηθοῦν. Τὰ δάκρυά μας κατρακυλοῦν στὶς ἄπλυτες γενειάδες μας· ἡ συγκίνηση μᾶς παραλύει τὰ σαγόνια καὶ μᾶς κόβει τὴ φωνὴ στὸ λαρύγγι. Δὲν ξέρω πῶς τελείωσε ἐκεῖνο τὸ τροπάρι· ἕνας στρατιώτης ἀρχίζει τώρα δυνατώτερα:
«Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει...».
Βοηθοῦμε ὅλοι, κρατοῦμε τὸ ἴσο. Ἡ πρώτη συγκίνηση πέρασε καὶ ἡ ψαλμωδία μας τώρα ἀκούγεται πιὸ ἁρμονική. Δυὸ στρατιῶτες μου κρυφομιλοῦν καὶ πιάνοντας τὰ τουφέκια τους ἑτοιμάζονται νὰ βγοῦν. Τοὺς κοίταξα στὰ μάτια.
Νὰ ἔρθουν κι ἐκεῖνοι οἱ καημένοι, ν’ ἀκούσουν λίγη λειτουργία, μοῦ εἶπαν καὶ ὑπονοοῦσαν τοὺς διπλοσκοπούς. Κι ἔφυγαν. Τὰ λόγια αὐτὰ μὲ συγκίνησαν τόσο πολύ, ποὺ νόμισα γιὰ μιὰ στιγμή, ότι θὰ σταματήση ἡ καρδιά μου. Τὸ στῆθος μου στένευε, τὰ μάτια μου ἔτρεχαν, τὁ σῶμα μου ἔτρεμε. Λειτουργία! Πραγματικὴ λειτουργία ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχε ἐξαγνίσει ὁ πόλεμος καὶ ποὺ τὴν καρδιά τους πλημμύριζαν τὰ πιὸ εὐγενικὰ αἰσθήματα. Ἠταν πραγματικὴ προσευχὴ ἐκείνη
«Ἡ γέννησίς Σου, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν», ψάλλαμε τώρα. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη οἱ διπλοσκοποί, ποὺ τοὺς ἄλλαξαν οἱ ἄλλοι δυό, ποὺ βγῆκαν πρωτύτερα, πρόβαλαν τὸ κεφάλι τους στὸ καλύβι. Ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ γονάτισαν κι αὐτοί. Δὲν ξέραμε τίποτε ἄλλο νὰ ποῦμε κι ἡ λειτουργία
τελείωσε. Οἱ στρατιῶτες μου σταυροκοπιόνταν ἀκόμη, ὅταν γύρισα μὲ τὸ σακκίδιο, ποὺ εἶχε ἀφήσει ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι ὁ Δεναξᾶς. Ἄνοιξα ἕνα κουτὶ λουκούμια καὶ τὸ πρότεινα στοὺς στρατιῶτες μου νὰ πάρουν ἀπὸ ἕνα· τὸ πῆραν. Τοὺς ἔδωσα καὶ τὸ παγούρι μὲ τὸ κονιάκ.
Πιέτε λιγάκι, παιδιά, νὰ ζεσταθῆτε καὶ νὰ εὐχηθῆτε γιὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα. Ἥπιαν ὁλοι καὶ τελευταῖος ἐγώ. Ἐτρέμαμε ὁλοι· μερικοὶ δὲν μπορούσαμε οὔτε νὰ εὐχηθοῦμε· σηκώναμε μόνο τὸ παγούρι στὴν ὑγειὰ τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ μιλοῦμε καθόλου. Νὰ καὶ ὁ Δεναξᾶς μὲ τὸν Πράγια μὲ τὸ ψημένο κρέας τεμαχισμένο σ’ ἕνα ἀντίσκηνο· οἱ στρατιῶτες τὰ ἔχασαν.
Ἄ! κὺρ λοχία, ποιός τὸ περίμενε!
Κι ἔνιωθα τὰ χέρια τους νὰ μοῦ χαϊδεύουν τὰ γένεια, τὰ μαλλιά, τὶς πλάτες· ἡ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴ μικρή μου φροντίδα γι’ αὐτοὺς μιὰ τέτοια μέρα ξέσπασε στὰ χάδια ἐκεῖνα. Πόσο ἤμουν εὐχαριστημένος γιὰ τὴ δική τους εὐχαρίστηση.
Ἐμπρός, παιδιά· τρῶτε καὶ ὁ Θεὸς νὰ δώση τὸ Πάσχα νὰ τὸ κάνωμε στὰ σπίτια μας νικητές.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὅλοι ψαχουλεύαμε, χωρὶς νὰ τρώη κανείς. Ἡ συγκίνηση μᾶς εἶχε κόψει τελείως τὴν ὄρεξη. Ὅποτε τὰ θυμήθηκα τὰ Χριστούγεννα ἐκεῖνα, ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ συγκρατήσω τὴν καρδιά μου νὰ μὴν τρέμη καὶ τὰ μάτια μου νὰ μὴν τρέχουν...
Χαράλαμπος Βασιλογιώργης
(ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ-ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ-ΔΗΜ. Γ. ΖΗΣΗ Κ.Α., ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, 1939, σελ. 9-15)

Λίγες στιγμές ξεκούρασης για τους Μπιζανομάχους πριν από την επόμενη μάχη.
[Από τη συλλογή φωτογραφιών του Κων/νου Γκαρτζονίκα]