Ειδήσεις από το μέτωπο των επιχειρήσεων στην Ήπειρο από την εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» της 23ης/1/1913.
Γιατον λόγο αυτό κλίβανοι εκστρατείας μεταφέρονταν, όσο γινόταν πιό κοντά στα φανταράκια, μαζί με αλεύρι, για να ζυμώνουν και να ψήνουν την αγαπημένη κουραμάνα των πολεμιστών. Πολλές φορές, απ' τις κουραμάνες αυτές, έδιναν και στους πεινασμένους Τούρκους στρατιώτες που ήταν σε χαρακώματα μόλις μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από τα ελληνικά χαρακώματα.
«αποκομίσας ολίγα βάσανα και πολλάς εντυπώσεις».
«Δεξιά Καπετάνιε !»
«Αριστερά Καπετάνιε !».
«για ιδές τα … Χιωτάκια, μπαρμπούνια είναι από τα χιώτικα μανδαρίνια».
«Ενυκτώσαμεν . Εστηρίζαμεν τα αντίσκηνα εις ένα τοίχο , εκόψαμεν κλαδιά και ηνάψαμεν ολίγη πυρά . Εσταυρώσαμεν πλέον τας χείρας , βρεγμένοι , νηστικοί , τουρτουρίζοντες και επεριμέναμεν να έβγη η ψυχή. Τόσο απελπίστημεν…».
«σκυμμένος έκαμνε τον σταυρό του λέγων :« Παναγία βόηθα ». Μόλις έπαυον, ανεσηκώνετο σείων το χέρι απειλητικώς και βλασφημών έλεγε :
«…Την Παναγία τους οι κερατάδες , δεν θα μας αφήσουν ούτε να κατ…».
«Το δειλινό διετάχθημεν να μην σκορπισθώμεν αλλά να είμεθα έτοιμοι προς αναχώρησιν. Διαταγή κατά την πορείαν επί ποινή τουφεκισμού, απαγορεύεται τσιγάρο και ομιλία. Περί την 9ηνυκτερινήν ξεκινήσαμε. Τα βάσανα της νυκτερινής εκείνης πορείας είναι απερίγραπτα. Εβαδίζομεν δι’ οδών δυσβάτων, παγωμένων, βαράθρων, βήμα προς βήμα βλέποντες κάπου εις το αχανές φώτα ή ακούοντες γαυγίσματα κυνών. Περί την 1η μ.μ. εφθάσαμεν εις μικρόν χωρίον εις το μέρος όπου ήσαν αι προφυλακαί. Εμείναμεν μίαν ώραν προς ανάπαυσιν και επέσαμεν ξεροί επάνω εις κοκαλιασμένον έδαφος. Μετά ταύτα επροχωρήσαμεν προς τα κάτω και μετά μαρτύριον 5 ωρών, διέβημεν χείμαρρον του Καλαμά και προεκαλύφθημεν, όπισθεν λόφου τρέμοντες εκ του ψύχους και μη δυνάμενοι να κρατήσωμεν ούτε τα όπλα».
«Μόλις εφώτισε , τα τελευταία τμήματα, μεταγωγικά και πυροβολικό εφάνησαν κατερχόμενα όπισθεν ημών. Εκ της Τσούκας και του Αγ. Νικολάου ήρχισεν να τους βάλει το τουρκικό πυροβολικόν. Τότε ζώα, κανόνια, κάσες φυσιγγίων, κιβώτια φαρμάκων, βαλίτσαι αξιωματικών, καζάνια όλα φύρδην μύγδην έφθασαν εις το βάθος. Ευτυχώς ουδέν ζώον έπαθε τι διότι εγλυστρούσαι προς τα κάτω και μάλλον ευκολότερον κατήλθον. Αριστερά ανταρτικά και 1ο Σύνταγμα είχαν αρχίσει μάχην. Δεξιά ο 9οςκαι 12ος λόχος μετά αλλαγή ολίγων τουφεκισμών κατέλαβαν τον Αγ. Νικόλαον με τα κανόνια γεμάτα και εστραμμένα προς την Μανωλιάσα. Εστήθη άνωθεν η μία πυροβολαρχία και υπεβοηθούσε την προέλαση του 1ου Συντάγματος. Ημείς επειδή εβαλλόμεθα ακόμη υπό του Αγ. Νικολάου επροχωρούσαμεν δια της χαράδρας, μόλις όμως ανέβημεν εις μικρά υψώματα, βλέπομεν το 1ο Σύνταγμα εις την κορυφήν της Τσούκας τα κανόνια μας μη βάλλοντα πλέον αφού είχε καταληφθεί ο Αγ. Νικόλαος. Οι Τούρκοι μη έχοντες όρεξη δια μάχη έφυγον για τα Γιάννινα. Επροχωρήσαμεν τότε εις τάξη μάχης και μετά μίαν ώραν είμεθα εις Τσούκα…».
«Εμείναμε εις τάξιν διμοιρίαι κατά τετράδας εις παράταξιν και εθεώμεθα την εις το δεξιόν διεξαγομένην μάχην. Εις λόχος του 1ου Συντάγματος με τον λοχαγόν Σαγιάν επροχώρησε πολύ προς την πεδιάδα, έσωσαν όμως τα φυσίγγια και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν, αφήσαντες τους τραυματίας των τους οποίους εύρεν ο προελάσας κατόπιν 2ος λόχος σφαγμένους…Ούτε οι αξιωματικοί δεν εγνώριζον τι εγένετο διότι τους ενόμισαν δια Τούρκους. Μετ’ ολίγον εφάνησαν οι Τούρκοι προχωρούντες εις αραιάν τάξιν. Παρετάχθημεν όλοι οι λόχοι φοβούμενοι αντεπίθεσιν. Προς στιγμήν τα εχάσαμεν, διότι εβλέπαμεν και τους αξιωματικούς τεταραγμένους, το Μπιζάνι απέναντι μας και εφοβήθημεν κύκλωσιν. Ο Συνταγματάρχης εζητούσε τον οπτικόν τηλέγραφον και μια ορεινή πυροβολαρχίαν. Μετ’ ολίγον ο τηλέγραφος μας ανήγγειλε ότι η Μανωλιάσα έπεσε και η 4η Μεραρχία προήλαυνεν. Ο δε λοχαγός Πετιμεζάς στήσας δύο κανόνια εκτυπούσε ένα καταυλισμόν εις την πεδιάδα. Πρώτη οβίς επιτυχή, δευτέρα κλπ. επετούσε τας σκηνάς εις τον αέρα και οι Τούρκοι τροχάδην σαν λαγοί εξερχόμενοι των σκηνών έφευγον προς το Μπιζάνι.Δεν παρήλθεν ώρα, ότε βλέπομεν φάλαγγας της 4ης Μεραρχίας να βαδίζουν κάτωθι δεξιά μας δια της πεδιάδος προς τη διεύθυνση της πόλεως. Κατέβημεν κάτω εις το χωριό Κοσμηρά. Δύο λόχοι προήλασαν και τη βοηθεία του πυροβολικού μας έφθασαν μία ώρα έξωθεν της πόλεως εις θέσιν Δουρούτι, ενθά έστησαν προφυλακάς.Ημείς στρώσαμεν άφθονα χόρτα εκοιμήθημεν κατάκοποι εκ των ταλαιπωριών τριών ημερονυκτίων. Κατά τας 5, κρότοι συγκλονίζοντες την γην μας αφύπνισαν. Ωραίον το θέαμα χιλιάδων οβίδων , αίτινες εξερηγνύοντο επάνω εις το Μπιζάνι.Τέλος περί την χαραυγήν κρότος και φλοξ ουρανομήκης, εκ της ανατινάξεως της πυριτιδαποθήκης εσήμανον το τέλος της τριμηνιαίου γιγαντομαχίας.Ήτο ο τελευταίος επιθανάτιος ρόγχος του εκπνέοντος θηρίου.Τα Γιάννινα είχαν παραδοθεί , το πρωτόκολον είχε υπογραφή και πυροβολισμός ουδείς ηκούετο».Έτσι ορισμένοι βρήκαν την ευκαιρία και έλεγον :«Ξύπνα καυμένε Αλή Πασά και βάλε το φακιόλι, να δης τους Αρβανίτες σου που σκλαβωθήκαν όλοι».
«Κατά τας 2 διετάχθη το Σύνταγμά μας να βαδίση προς την πόλιν. Ούτω μετά την είσοδον του ιππικού, πρώτοι ημείς είχομεν το ευτήχημα να δοκιμάσωμεν την συγκίνηση των μετά 500 έτη απελευθερωμένων. Υπό τας ζητωκραυγάς, τα δάκρυα και τον ενθουσιασμόν των Ελλήνων εβαδίσαμεν δια της κεντρικής οδού προς την πλατείαν των στρατώνων. Τοιαύται στιγμαί είνε ανώτεραι περιγραφής. Τούτο μόνο να έβλεπε κανείς. Έξωθεν του διοικητηρίου τα φέσια σχισμένα απετέλουν στίβον…».
Στη συνέχεια υπήρξε μέλημα για την συγκέντρωση των Τούρκων αιχμαλώτων η κατάσταση των οποίων ήταν οικτρά, δείχνοντας ότι αντιστάθηκαν μέχρις εσχάτων.
«Οικτρό θέαμα . Φάσματα εκ της πείνας δεν ηδύνατο κανείς να σταθεί όρθιος . Έπιπταν κάτω λέγοντες αμάν σου (αμάν νερό). Του έρριπτες λίγο νερό εις το στόμα με το παγούρι και ανέζη .Έφτασαν ξένοι ανταποκριταί, στρατιωτικοί ακόλουθοι , κυρίαις , οι πρίγκηπες και όλοι εμοίραζαν σε αυτούς διάφορα εδώδιμα. Τους συνοδεύσαμεν κατόπιν εις την λίμνην να πάρουν ύδωρ. Εις το άκρον της λίμνης άλογα θνησιμαία , αίματα , ακαθαρσίαι και αυτοί έπινον από τον βόρβορον αυτόν ως ζώα με το στόμα. Ασθενείς μη δυνάμενοι να κινηθώσιν θα είχον 3 ημέρας χωρίς ύδωρ. Αν κανείς παρέμενε, τον ήρπαζον τα παιδάκια και τον έφερον σύρνοντα με ενθουσιασμό, ότι μας προσέφεραν υπηρεσίαν λέγοντα: αυτός σας έφυγε και τον πιάσαμε».
«Καθ’ οδόν δεξιά και αριστερά καθ’ όλην τη πορεία πτώματα Τούρκων, ήσαν των υποχωρούντων , ους οι χωρικοί μη δυναμένους εκ της πείνας να προχωρήσωσιν αποτελείωναν …».Η πορεία ήταν συνεχής προς Κακαβιά , Δέλβινο και άλλες περιοχές της Β. Ηπείρου όπου το ελληνικό στοιχείο τους καλοδεχόταν, ενώ εντύπωση έκαναν στον παππού μου και οι γυναίκες της περιοχής τις οποίες χαρακτηρίζει ως καλλονές ... Οι εναπομείναντες Τούρκοι στρατιώτες αλλά και πολλοί Αλβανοί κάτοικοι της περιοχής υποχωρούσαν συνεχώς, έτσι οι στρατιώτες όχι μόνο δεν έδιναν μάχες , αλλά έβρισκαν χιλιάδες εγκαταλελειμμένα αρνιά και πρόβατα , με αποτέλεσμα να γεμίσουν και με το παραπάνω οι κοιλιές… Εκείνες τις ημέρες πολλοί ήλπιζαν ότι ο πόλεμος θα τελείωνε , όμως από εφημερίδες μάθανε ότι τα πράγματα με τους Βουλγάρους δεν είναι καλά. Αλλά και μετά την δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου , στην αρχή η μονάδα του παππού νόμιζε ότι θα ήταν αυτή που θα πήγαινε στην Αθήνα σαν τιμητικό άγημα και όλοι χαρήκαν, αλλά τελικά θα πηγαίνανε άλλοι , το ελληνικό δαιμόνιο (ο ανθυπολοχαγός Γεωργίου) αμέσως έφτιαξε ποίημα που το τραγούδαγε όλη η μονάδα: